
Σε ένα χωριό που μοιάζει να αντιστέκεται στον χρόνο και στον καύσωνα, στη μακρινή Βοβούσα, ένα κοριτσάκι —λίγο κάτω από τα δέκα— κάνει κάτι που για εκείνη μοιάζει φυσικό.
Περνάει το χέρι της γύρω από το μικρό της σκυλάκι, το σηκώνει με προσοχή και το φέρνει πάνω από την πέτρινη βρύση της πλατείας. Γέρνει το σώμα της προς το νερό και του προσφέρει να πιει. Όχι σε μπολάκι. Όχι στο σπίτι. Εκεί, δίπλα στο πλατάνι, με τα κρύα νερά του βουνού να τρέχουν ασταμάτητα από την καρδιά της Πίνδου.
Μια αυθόρμητη πράξη φροντίδας, σε έναν τόπο που κρατά ακόμα την αυθεντικότητα. Με την απλότητα. Με την παιδική καρδιά που δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο.
Καθώς οι θερμοκρασίες σ’ όλη την Ελλάδα χτυπούν κόκκινο, στη Βοβούσα το δροσερό νερό κυλάει ελεύθερο και προσφέρεται απλόχερα — σε όποιον διψά.
Όπως λένε και οι ντόπιοι, «εδώ έχουμε την πιο χαμηλή μέση θερμοκρασία πανελλαδικά». Αλλά πιο πολύ απ’ αυτό, φαίνεται πως εδώ ανθίζει μια άλλη θερμοκρασία: αυτή της καλοσύνης.

Ένα παιδί, ένα σκυλάκι, μια πέτρινη βρύση.
Και να που η μέρα απέκτησε νόημα.