
Υπάρχουν έργα τέχνης που συναντάς σε μουσεία και γκαλερί. Και υπάρχουν κι εκείνα που βρίσκεις σε καφετέριες, αεροδρόμια ή δημόσιες υπηρεσίες: ένα πόδι με παπούτσι, με κάλτσα ή –αν είναι καλοκαίρι– εντελώς γυμνό, να ποζάρει θριαμβευτικά πάνω στην καρέκλα. Ένα μικρό «έργο» που μοιάζει να φωνάζει «Εδώ κάθομαι εγώ, εδώ απλώνομαι εγώ, κι αν περισσέψει χώρος… ίσως βολευτείτε κι εσείς».
Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι: αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ τη ματιά-κεραυνό της μάνας, εκείνη που σε συμμόρφωνε πριν καν προλάβεις να απλώσεις το πόδι; Ή μήπως μεγάλωσαν στη σχολή «όλα επιτρέπονται» με πτυχίο στην αυθαιρεσία;
Βεβαίως, η άνεση είναι σημαντική. Αλλά άλλο η άνεση κι άλλο να μετατρέπεις τον κοινόχρηστο χώρο σε σαλόνι του σπιτιού σου. Στο σπίτι σου μπορείς να ακουμπήσεις τα παπούτσια σου στην καρέκλα, στον καναπέ, ακόμα και στο κρεβάτι και να το απολαύσεις χωρίς τύψεις. Όμως έξω, η εικόνα αυτή λέει πολλά. Ίσως τελικά το «πόδι στην καρέκλα» να είναι το νέο τεστ ευγένειας της εποχής. Αν το κάνεις, λες κάτι. Αν δεν το κάνεις, λες ακόμη περισσότερα.

Κι ενώ μπορεί να φαίνεται αθώο ή και… ευφάνταστο, η πραγματικότητα είναι πως αυτή η «παράσταση» δεν εντυπωσιάζει κανέναν. Αντίθετα, προκαλεί αντιδράσεις: από έναν ελαφρύ εκνευρισμό μέχρι έντονη δυσφορία. Οι καρέκλες δεν είναι καμβάδες για να δέχονται αυθαίρετες «παρεμβάσεις» από τα πόδια μας.
Κι αν αφήσουμε στην άκρη το κοινωνικό μήνυμα, μένει το προφανές: η καθαριότητα και η υγιεινή. Παπούτσια που έχουν πατήσει δρόμους, λάσπες και βρωμιές μεταφέρονται σε μια επιφάνεια που προορίζεται για να καθόμαστε.

Κι όμως, παρά το ότι όλοι γνωρίζουμε πως η συμπεριφορά αυτή είναι αγενής, πολλοί συνεχίζουν. Ίσως γιατί τους δίνει μια αίσθηση προσωρινού ελέγχου ή μοναδικότητας. Αλλά ας το παραδεχτούμε: κανείς δεν κερδίζει από αυτή την «τέχνη». Ούτε η καρέκλα, ούτε οι γύρω που θέλουν απλώς να καθίσουν άνετα και χωρίς εκπλήξεις.
Οι δημόσιοι χώροι είναι κοινό αγαθό, όχι προσωπικό βασίλειο των ποδιών μας.